Τεχνική καλλιέργειας Βρώμης (AvenaSativa)

Αναγνωστόπουλος Β. Δημήτρης, Γεωπόνος Παν. Θεσσαλίας

Email: dvanagnosto@yahoo.gr

1.Έδαφος

Η βρώμη ως κύριο παράγοντα προσαρμογής στο έδαφος έχει την ικανότητα στράγγισης έτσι καταλήγουμε σε εδάφη αργιλοπηλώδη και πηλώδη (Αυγουλάς και άλλοι, 2001).

Ωστόσο έχει την ικανότητα να προσαρμοστεί το φυτό και σε ακραίας κοκομέτρικής σύστασης εδάφη αρκεί να υπάρχει ιδανική επάρκεια υγρασίας και θρεπτικών. Κύριος ανασταλτικός παράγοντας δηλαδή για την προσαρμογή στο έδαφος του φυτού είναι η στράγγιση του, καθώς αν δεν στραγγίζει καλά και ας είναι γόνιμο το έδαφος η καλλιέργεια παρουσιάζει προβλήματα ασθενειών και πλαγιάσματος (Δαλιάνης, 1983). Γενικότερα, η καλλιέργεια αποδίδει καλύτερα σε μέτριας γονιμότητας εδάφη (Clark, 2007). Η βρώμη είναι το ανθεκτικότερο από τα σιτηρά στην οξύτητα και αναπτύσσεται σε συνθήκες pH 5-6 (Σφήκας, 1991). Ωστόσο, η ανοχή στην οξύτητα του εδάφους εξαρτάται και από την ποικιλία επιλογής, χαρακτηριστικά υπάρχουν ποικιλίες που αντιδρούν καλύτερα ακόμα και σε οξύτητα 4,3 (Foyetal., 1987) ενώ αντίστοιχα διαφορετική αντίδραση ανοχής ποικιλιών παρατηρείται και σε αλκαλικά εδάφη ακόμα και σε pH 9,3 (Kumaretal., 2006). Όσον αφορά την αλατότητα του εδάφους η βρώμη μπορεί να ανεχτεί συγκέντρωση αλάτων ως 2 dS/ m(GovernmentofWesternAustralia- DepartmentofAgriculture). Παρόλα αυτά υπάρχουν αναφορές που κάνουν λόγο για ανοχή αλάτων από 4 dS/ mκαι άνω (Talwaretal., 2011 andTaylor, 1991). Ωστόσο όπως για την οξύτητα έτσι και για την αλατότητα έχουν αναπτυχθεί ποικιλίες ανθεκτικές που αντιδρούν διαφορετικά στην επίδραση των αλάτων (VermaandYadava, 1986). Ακόμα το φυτό είναι ευαίσθητο στις χαμηλές θερμοκρασίες εδάφους και έτσι θα ήταν καλό η επιλογή του εδάφους να μην προωθεί επίδραση τέτοιων θερμοκρασιών. Εδάφη που ψύχονται πιο εύκολα είναι κυρίως τα αργιλώδη με λίγη περιεκτικότητα σε οργανική ουσία και έτσι καλό είναι να αποφεύγονται.

Gutierez-Gines et al. (2010) και  οι EbbsandKochian (1998) αναφέρουν ότι η βρώμη μπορεί να παίξει ρόλο στην απολύμανση εδαφών ρυπασμένων με βαρέα μέταλλα καθώς τα φιλτράρει. Ωστόσο, οπωσδήποτε τέτοιες δράσεις έχουν περιβαλλοντικό όφελος είναι σημαντικές αλλά καλό είναι να μην ζημιώνεται σημαντικά και η παραγωγή. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι και μόλις 0,154 mg καδμίου (CdSO4/ξηρό gr έδαφος) είναι ικανό να επιφέρει σημαντικές μειώσεις στο ρυθμό ανάπτυξης του φυτού (Astolfietal. , 2011). Ακόμα, η καλλιέργεια της βρώμης παρουσιάζει μειωμένο ρυθμό ανάπτυξης σε εδάφη ρυπασμένα με νικέλιο ενώ το κατώτερο όριο ανοχής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την δομή και την υφή του εδάφους (Danetal., 2008).

 

2.Υγρασία

Μεταξύ των σιτηρών (εκτός ρυζιού) παρουσιάζει την μεγαλύτερη ανάγκη για υγρασία με τουλάχιστον 500 mm ετήσια βροχόπτωση (Αυγουλάς και άλλοι 2001) ενώ άλλες αναφορές κάνουν λόγο για τουλάχιστον 750 mm(Δαλιάνης, 1983 και Σφήκας, 1991). Ωστόσο οι HarrisandPitman (1919) παρατήρησαν τις μεγαλύτερες αποδόσεις σε σπόρο με δόση νερού στα 762 mm με καθορισμένη αναλογία εφαρμογής (127mm ανά βδομάδα για 6 εβδομάδες).  H περίπτωση ιδανικής άρδευσης της βρώμης μπορεί να επιφέρει ως και 87% αύξηση στις αποδόσεις έναντι περιπτώσεων που δεν υπάρχει ικανοποιητική υγρασία εδάφους (Vileleaetal,1970). Οι Pszczółkowska etal. (2010) επιβεβαιώνουν ότι με έλλειμμα υγρασίας εδάφους έχουμε μικρότερες αποδόσεις αλλά και με υψηλή παρατεταμένη υγρασία εδάφους ( περίπου ως και 70% υδατοικανότητας) ενδέχεται να παρουσιαστούν ασθένειες όπως Cladosporium cladosporioides και Fusarium poae. Ακόμα, οι Canneletal. (1985) αναφέρουν ότι εφαρμογή υπεράρδευσης και κακής στράγγισης επιφέρει μειωμένη ανάπτυξη ρίζας, φυλλικής επιφάνειας αλλά και αποδόσεων. Ωστόσο σύμφωνα με τον Gangaiah (2005) και τους  Zaheriand Bahraminejad (2012) υπάρχουν ποικιλίες που αντιδρούν καλύτερα στην έλλειψη νερού παρουσιάζοντας πιο αποτελεσματική χρήση της διαθέσιμής υγρασίας (π.χ. JHO822). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μια ανθεκτική ποικιλία στην ξηρασία μπορεί να παρουσιάσει ακόμα και δύο φορές μεγαλύτερη απόδοση σε σπόρο σε σχέση με ποικιλία που δεν προσαρμόζεται σε ξερικές συνθήκες σύμφωνα με αποτελέσματα πειραμάτων των AkcuraandCeri (2011). Οι Martinetal. (2001) εξέτασαν 10 προγράμματα άρδευσης για να εκτιμήσουν ποια είναι τα κρίσιμα στάδια όπου η καλλιέργεια επηρεάζεται σημαντικά από την επίδραση της ξηρασίας. Κατέληξαν στο γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποιο κρίσιμο στάδιο για το φυτό αλλά οι αρδεύσεις (αν γίνονται) πρέπει να ρυθμίζονται ανάλογα με την συγκέντρωση της υγρασίας στο έδαφος. Από την άλλη οι ShanahanandDillon (1995) αναφέρουν ότι η βρώμη καλό είναι να έχει επάρκεια σε υγρασία ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια ανάπτυξης της αλλά και στο γέμισμα των σπόρων.

3.Θερμοκρασία

Η βρώμη από τα χειμερινά σιτηρά είναι το πιο ευαίσθητο στις χαμηλές κυρίως αλλά και στις υψηλές θερμοκρασίες που επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις στην γονιμοποίηση και στην ωρίμανση του σπόρου (Αυγουλάς και άλλοι, 2001). Στις δροσερές περιοχές καλό είναι να καλλιεργείται η κοινή βρώμη ενώ σε μέρη με υψηλές θερμοκρασίες καλό είναι να καλλιεργείται η ερυθρή βρώμη (Avenabyzantina) (Δαλλιάνης, 1983). Επιπλέον το γένος Avenastirigosa προτείνεται για ορεινές περιοχές όπου η θερμοκρασία καλοκαιριού είναι σχετικά χαμηλή (Suitte, undated). Συγκεκριμένα το όριο θερμοκρασιών φυτρώματος είναι 1-2 οC(Σφήκας, 1991). Σε έρευνα των Webbetal. (1994) παρατηρήθηκε ότι οι ανοιξιάτικες ποικιλίες όταν περάσουν το κρίσιμο στάδιο του φυτρώματος έχουν ανοχή στις χαμηλές θερμοκρασίες ως -8 οC ενώ οι χειμερινές -10 οC. Ωστόσο αν έχουμε να κάνουμε με μη σκληραγωγημένα φυτά η ανοχή φτάνει το πολύ ως  -6 οC(Eaglesetal., 2006). Συγκεκριμένα οι Martinetal. (1998) ανέπτυξαν μοντέλο  με σημαντικό συντελεστή συσχέτισης r2=0,97 που εκτιμά το ρυθμό φυτρώματος ανάλογα με τις θερμομονάδες (με βάση τις θερμοκρασίες εδάφους άνω των 1,5 οC και θερμοκρασίες αέρα άνω των 4,5  οC). Γενικότερα, το φυτό αναπτύσσεται σε ένα εύρος 6 με 24  οCssefa, 2006). Ωστόσο, για την δημιουργία καρποφόρων οργάνων καλό είναι να επιδρούν θερμοκρασίες 10-12 οC ενώ η διαδικασία αυτή επιταχύνεται όταν επικρατούν θερμοκρασίες 16-22 ο(Gashkova, 2009). Χαρακτηριστικά, οι Hellewell etal. (1996) σε πείραμα επίδρασης τριών θερμοκρασιών (15, 23, 31 οC) την μεγαλύτερη απόδοση σε σπόρο την εκτίμησαν στην επίδραση θερμοκρασιών 15 οC. Οι BlekenandSkjelvag (1986) εξέτασαν την επίδραση μήκους ημέρας και θερμοκρασίας (9 ως 21 οC) στην πρωιμότητα της καλλιέργειας και παρατήρησαν ότι όσο υψηλότερη θερμοκρασία (21 οC) επιδρά τόσο μεγαλύτερη πρωιμότητα στην άνθηση παρατηρήθηκε. Οι Oztukand  Szaniawski (1981) αναφέρουν ότι όταν η θερμοκρασία ρίζας είναι στους 30 οC το στρες που υποβάλλεται στο φυτό είναι σημαντικό. Τέλος, σε πείραμα του Plit (1935) από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι η επίδραση θερμοκρασιών άνω των 20 οC ( περίπου 25 οC) στην γενικότερη ανάπτυξη του φυτού επιφέρει στο φυτό μεγαλύτερο ύψος. Ενώ από την άλλη οι χαμηλότερες θερμοκρασίες παρουσιάζουν στο φυτό μεγαλύτερη περιεκτικότητα (%) σε ξηρό βάρος στο σύνολο του φυτού (Plit, 1935 andKlinck and Sim, 1977).

 

4.Μήκος ημέρας

Για τα επιτευχθεί το στάχυασμα των φυτών της βρώμης πρέπει να επιδράσει στο φυτό φωτοπερίοδος 15 ως 24 ώρες (Σφήκας, 1991). Ωστόσο, η πιο γρήγορη ανάπτυξη του φυτού παρατηρείται σε μήκος ημέρας 15 ωρών ενώ όσο αυξάνονται οι ώρες ημέρας τόσο μειώνεται ο ρυθμός ανάπτυξης (Martinetal., 1998). Ωστόσο, έχουν αναπτυχθεί ποικιλίες ευαίσθητες ή μη στην φωτοπερίοδο και επιλέγονται με βάση το μήκος ημέρας μια περιοχής ώστε να μην επηρεάζεται η τελική παραγωγή (Mendez, 1996).

 

5.Λίπανση

Οι Mohretal. (2007) εφάρμοσαν αζωτούχα λίπανση σε καλλιέργεια βρώμης για να καταλήξουν στην ιδανικότερη δοσολογία. Συγκεκριμένα εφάρμοσαν δόσεις αζώτου από 2 ως 12 κιλά ανά στρέμμα (σε μορφή ουρίας) και παρατήρησαν ότι η ιδανικότερη δόση για να έχουμε την καλύτερη δυνατή παραγωγή είναι τα 10 κιλά αζώτου ανά στρέμμα ενώ οι Marinoetal. (1992) κάνουν λόγο για 15 κιλά αζώτου ανά στρέμμα. Όταν προορισμός είναι ο σπόρος καλό είναι να εφαρμόζεται η λίπανση σε δύο δόσεις, μια μικρή δόση στην σπορά και το μεγαλύτερο μέρος της λίπανσης το Φεβρουάριο. Ωστόσο, προσοχή πρέπει να δίνεται στην περίπτωση του αζώτου γιατί αν διαθέτουμε και γόνιμο έδαφος οι υψηλές δόσεις αζωτούχας λίπανσης επιφέρουν πλάγιασμα της φυτείας. Σύμφωνα με τους Jacobsenetal. (2005) για μια παραγωγή περίπου 217 κιλά ανά στρέμμα απομακρύνονται από τον αγρό περίπου 8,25 κιλά αζώτου. Συγκεκριμένα ο Αssaeed (1994) αναφέρει ότι αζωτούχα λίπανση στα 15 κιλά ανά στρέμμα επιφέρει μειωμένη περιεκτικότητα σε ξηρά ουσία στο φυτό. Όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής, οι VanLieropandTran (1980) αναφέρουν ότι δεν επηρεάζεται η παραγωγικότητα της βρώμης από την μορφή χορήγησης του αζώτου (νιτρικά, αμμωνιακά, ουρία) τις περισσότερες φορές ενώ είναι κάποιες περιπτώσεις που τα νιτρικά δίνουν καλύτερα αποτελέσματα.  Οι Ahmadetal. (2011) αναφέρουν ότι η ανόργανη πηγή τροφοδότησης αζώτου για την καλλιέργεια της βρώμης είναι προτιμότερη από την οργανική ενώ αντίθετα οι WenXingetal (2008) αναφέρουν ότι βιολογικά λιπάσματα με δράση μικροοργανισμών επιφέρουν καλύτερα αποτελέσματα. Η αλήθεια είναι κάπου στην μέση καθώς σύμφωνα με τους Jayanthietal. (2001) αν συνδυαστούν οργανικά λιπάσματα (όπως κόμποστ) με μόλις το 50% της συνιστώμενης δοσολογίας σε λίπασμα τότε τα αποτελέσματα θα είναι πιο θετικά σε σχέση με την απόλυτη εφαρμογή λιπάσματος.  Όσον αφορά την δόση φώσφορου οι Mohretal. (2007) εξέτασαν δοσολογίες από 0 ως 2,6 κιλά ανά στρέμμα και παρατήρησαν ότι οι αποδόσεις αυξάνονται με την προσθήκη του φωσφόρου ενώ η ποιότητα του προϊόντος δεν μεταβάλλεται. Σύμφωνα με τον Saastamoinen (1998) η προσθήκη φωσφόρου συμβάλει ουσιαστικά στην αύξηση του βάρους του σπόρου στην βρώμη. Ακόμα οι Cantoetal. (2003) αναφέρουν ότι στην περίπτωση του φωσφορούχου λιπάσματος είναι απαραίτητη η ενσωμάτωση του σε ένα βάθος από 5 ως 15 cm. Τέλος, η εφαρμογή του καλίου δεν επιφέρει μεγάλες διαφορές επομένως δεν κρίνεται απαραίτητη η προσθήκη του, ειδικά για την Ελλάδα σε σπάνιες περιπτώσεις προτείνεται. Τέλος, σύμφωνα με τους Masketal. (1994) καλό είναι σε αμμώδη εδάφη να εφαρμόζεται περίπου 1 κιλό θείου ανά στρέμμα.

 

6.Σπορά

Ενώ στις περισσότερες περιοχές του κόσμου η σπορά γίνεται την άνοιξη στην Ελλάδα πραγματοποιείται το φθινόπωρο για την αποφυγή κυρίως τεχνιτών αρδεύσεων. Άλλωστε στην χώρα οι θερμοκρασίες του χειμώνα δεν είναι ιδιαίτερα χαμηλές σε σχέση με άλλες χώρες του βορρά. Ωστόσο καλό είναι η σπορά να γίνεται νωρίς για να αποφεύγονται οι χειμερινοί παγετοί. Για την παραγωγή καρπού προτιμούνται 7-10 κιλά ανά στρέμμα ενώ για παραγωγή βιομάζας 15-20 κιλά ανά στρέμμα. (Αυγουλάς και άλλοι, 2001). Οι αποστάσεις γραμμή από γραμμή διαμορφώνονται κυρίως στα 15 εκατοστά (Σφήκας, 1991) ενώ οι MarshallandOhm (1987) αναφέρουν ότι μπορούν να επιτευχθούν μεγαλύτερες αποδόσεις σε σπόρο σε μικρότερες αποστάσεις. Οι Kumaretal. (2006) εξέτασαν δοσολογίες σπόρου από 6 ως 10 κιλά ανά στρέμμα και δεν βρήκαν σημαντικές διαφορές στην τελική παραγωγή σπόρου. Από την άλλη, οι Marshalletal. (1987) σύγκριναν τρείς δόσεις (6,7, 10,1 και 13,4 kg ανά στρέμμα) και παρατήρησαν ότι οι μεγαλύτερες αποδόσεις σε σπόρο κυρίως επιτυγχάνονται στην δόση 10 κιλών ανά στρέμμα. Έτσι γίνεται κατανοητό ότι δοσολογίες άνω των 10 kg δεν ωφελούν σε κάτι αν ζητούμενο είναι η απόδοση σε σπόρο. Οι Peltonen-SainioandJarvinen (2008) αναφέρουν έναν λιγότερο πρακτικό τρόπο αλλά πιο ακριβή καθώς δεν λαμβάνει υπόψη το βάρος του σπόρου, έτσι κάνουν λόγο ότι ικανοποιητική απόδοση σε βιομάζα και σπόρο μπορεί να επιτευχθεί με δοσολογίας 600-700 σπόρων ανά m2. Γενικότερα σύμφωνα με τους Browneetal. (2003) προτείνετε περίπου πυκνότητα φυτρωμένων φυτών 300 ανά τετραγωνικό για αποκλειστική παραγωγή σπόρου. Το βάθος σποράς καλό είναι να είναι στα 5-6 εκατοστά (Δαλιανης, 1983).

Η σπορά γίνεται με σπαρτικές σιτηρών ή με διασπορά των σπόρων σε συνδυασμό με επιπλέον πέρασμα με τον γεωργικό ελκυστήρα για την κάλυψη του σπόρου.

 

7.Συγκομιδή

Περίοδος Συγκομιδής

Για τις χορτοδοτικές ποικιλίες η συγκομιδή γίνεται λίγο πριν το στάδιο του ξεσταχυάσματος (Αυγουλάς και άλλοι, 2001). Σύμφωνα με τον Δαλλιάνη (1983) πρέπει ο σανός να κόβεται στο στάδιο της μαλακής ζύμης του σπόρου. Από την άλλη ο Σφήκας (1991)  ορίζει ως καταλληλότερη στιγμή το στάδιο του γάλακτος. Οι Hussainetal. (1995) αναφέρουν ότι στο στάδιο της μαλακής ζύμης σημειώνεται η μεγαλύτερη ποσότητα ξηρής βιομάζας ενώ στο στάδιο του γάλακτος έχουμε τον ιδανικότερο συνδυασμό ικανοποιητικής βιομάζας και ποιότητας.

Για τις καρποδοτικές ποικιλίες η συγκομιδή καλό είναι να γίνεται έγκαιρα διαφορετικά θα έχουμε απώλειες λόγω τινάγματος του σπόρου. Συγκεκριμένα η συγκομιδή των σπόρων γίνεται όταν το μεγαλύτερο μέρος των κόκκων έχει περάσει το στάδιο της σκληρής ζύμης και δεν παρατηρείται το πράσινο χρώμα σε κανένα σημείου του φυτού (Δαλλιάνης, 1983).

Τρόπος συγκομιδής

Για την συγκομιδή του σανού αρχικά το προϊόν κόβεται με χορτοκοπτικό και έπειτα αφήνεται στο έδαφος σε σειρές να αποξηραθεί για ένα διάστημα και τέλος γίνεται η δεματοποίηση με μηχάνημα. Αν είναι επιθυμητό το ενσίρωμα απλά η κοπή γίνεται σε μικρότερα κομμάτια και το προϊόν πάει απευθείας στην μονάδα επεξεργασίας.

Για την συγκομιδή σπόρου χρησιμοποιούνται θεριζοαλωνιστικές μηχανές αφού γίνει η κατάλληλη τροποποίηση ενώ αν η υγρασία του σπόρου δεν είναι κατάλληλη  (κάτω του 14%) τότε αρχικά το φυτό κόβεται, αφήνεται να ξεραθεί στο έδαφος για 4-5 ημέρες και έπειτα αλωνίζεται.

 

8.Αποδόσεις

Η απόδοση σε σπόρο της βρώμης κυμαίνεται από 170 ως 220 κιλά ανά στρέμμα (Αυγουλάς και άλλοι, 2001) ενώ οι Akcuraetal. (2005) αναφέρουν ένα εύρος παραγωγής σπόρου από 100 ως 460 κιλά ανά στρέμμα ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν. Αυτή την στιγμή στην χώρα σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ (2006) οι στρεμματικές αποδόσεις είναι περίπου στα 195 κιλά.

Το δυναμικό απόδοσης σε ξηρή βιομάζα μπορεί να περάσει και τα 1000 κιλά το στρέμμα (Assaeed, 1994) ενώ οι Chohanetal. (2004) σε πειράματα αποδόσεων προσέγγισαν αποδόσεις νωπής βιομάζας από 4400 ως 6100 κιλά ανά στρέμμα.. Οι παραπάνω αποδόσεις είναι  σε ερευνητικές εφαρμογές, πρακτικά σε πραγματικές συνθήκες αγρού οι αποδόσεις που παρουσιάζονται είναι σίγουρα πιο χαμηλές. Συγκεκριμένα σύμφωνα με έρευνα Fraser and McCartne, (2004) στον Καναδά (παραδοσιακή παραγωγή) οι στρεμματικές αποδόσεις φτάνουν το πολύ στα 925 κιλά ανά στρέμμα. Αντίστοιχα σε άλλα μέρη η στρεμματική απόδοση σε ξηρή βιομάζα κυμαίνεται από 289 ως 700 κιλά (Gyeltshen, 2004). Γενικότερα στην βιβλιογραφία υπάρχει μεγάλη σύγχυση όσον αφορά τις στρεμματικές αποδόσεις βιομάζας καθώς ποικίλουν ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες, την εποχή σποράς, την εποχή συγκομιδής, την επιλογή της κατάλληλης ποικιλίας καθώς και την περιεκτικότητα σε υγρασία συγκομιδής. Η στρεμματική απόδοση στην Ελλάδα σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ (2006) για παραγωγή σανού είναι 352 κιλά.

Σε συγκαλλιέργεια βίκου με βρώμη έχουν εκτιμηθεί αποδόσεις ανάλογα με την αναλογία σποράς από 480 ως 720 κιλά (TunaandOrak, 2007) όπως και οι Rahetlah etal. (2010) όπου υπολόγισαν αποδόσεις ως και 771 κιλά ανά στρέμμα ενώ  ανάλογα όσο αυξάνεται η παρουσία της βρώμης ενώ οι Caballero et al. (1995) αναφέρουν αποδόσεις περίπου 430 κιλά ενώ παρόμοια είναι και τα αποτελέσματα των Eroletal. (2009). Ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει και μια έρευνα των Lathouridisetal. (2006) όπου υπολογίστηκε στρεμματική απόδοση σε μείγμα 958 κιλά ανά στρέμμα.


9.Βιβλιογραφία

ΞΕΝΗ

  1. AhmadA.H., WahidA., Khalidg F., FiazN., ZamirM.S.I..2011. Impact of organic and inorganic sources of nitrogen and phosphorus fertilizers on growth, yield and quality of forage oat (Avena sativa l.). Cercetări Agronomice în Moldova 2011, Vol. 44 No. 3 pp. 39-49
  2. Akcura M., Ceri S., 2011. Evaluation of drought tolerance indices for selection of Turkish oat (Avena sativa L.) landraces under various environmental conditions. Zemdirbyste=Agriculture 98(2): 157-166.
  3. Akcura M, Ceri S, Taner S, Kaya Y, Ozer E, Ayranci  R (2005). Grain yield stability of winter oat (Avena sativa L.) cultivars in the central Anatolian region of Turkey. J. Cent. Eur. Agric., 6(3): 203-209. 
  4. Assaeed A.M.. 1994. Yield response of forage oat (Avena sativa L.) to nitrogen fertilization harvested at successive stages of maturity. Alex. J. Agric. Res., 39: 159-170.
  5. Assefa, G., 2006. Avena sativa L. In: Brink, M. & Belay, G. (Editors).
  6. Astolfi S., Zuchi S., DeCesare F., Badalucco L., Grego S.. 2011. Cadmium-induced changes in soil biochemical characteristics of oat (Avena sativa L.) rhizosphere during early growth stages. Soil Research 49, 642–651.
  7. Bleken, M.A., SkjelvaÊg, A.O., 1986. The phenological development of oats (Avena sativa L.) cultivars as effected by temperature and photoperiod. Acta Agric. Scand. 36, 353-365.
  8. Browne R. A., White E. M., Burke J. I.. 2003. Effect of nitrogen, seed rate and plant growth regulator (chlormequat chloride) on the grain qulaity of oats (Avena sativa). J. Agric. 141, 249-258.
  9. Cannell R.Q., Belford R.K., Blackwell P.S., Govi G. and Thomson R.J.. 1985 Effects of waterlogging on soil aeration and on root and shoot growth and yield of winter oats (Avena sativa L.). Plant Soil 85, 361–373.
  10. Canto M. W., Lima M.Y.S.M., Sengik E. Rickli M. E..2003. Effect of different incorporation depths of phosphate fertilization on the yield of dry matter and tillering of black oat (Avena strigosa Schreb). Acta Scientiarum – Agronomy, Vol. 25 No. 2 pp. 359-363
  11. Chohan MSM, Naeem M, Khan AH, Kainth R, Sarwar M (2004). Forage yield performance of different varieties of oat. Int. J. Agric. Biol., 6: 751-752
  12. Clark, Andy (ed.). 2007. Managing Cover Crops Profitably, 3rd ed. Sustainable Agriculture Network, Beltsville, MD.
  13. Dan, T., Hale, B., Johnson, D., Conard, B., Stiebel, B., Veska, E., 2008. Toxicity thresholds for oat (Avena sativa L.) grown in Ni-impacted agricultural soils near Port Colborne, Ontario, Canada. Can. J. Soil Sci. 88, 389–398
  14. Department of Agriculture and the State of Western Australia. 2005. Soil salinity tolerance of plants for agriculture and revegetation.
  15. Eagles CF, Williams J, Louis DV. 1993. Recovery after freezing in Avena sativa L., Lolium perenne L. & L. multiflorum Lam. New Phytologist 123: 477–483.
  16. Foy C.D., D. H. Smith Jr. & L. W. Briggle. 1987. Tolerances of oat cultivars to an acid soil high in exchangeable aluminum, Journal of Plant Nutrition, 10:9-16, 1163-1174
  17. Fraser, J., McCartney, D., 2004. Fodder oats in North America: Chapter III. In: Suttie, J. M.; Reynolds, S. G. Fodder oats: a world overview. FAO Plant production and protection Series N°33. FAO, Rome, Italy
  18. Gangaiah B.. 2005. Response of oat (Avena sativa) varieties to irrigation schedules. Indian Journal of Agronomy, Vol. 50, Is. 2, pp 165-166
  19. Gashkova I.V..
  20. Gutiérrez-Ginés M.J., J. Pastor and A.J. Hernández. 2010. Effect of heavy metals from mine soils on Avena Sativa l and education strategies, Fresenius Environ. Bull., 19, 2083-2087.
  21. Gyeltshen, T.. 2004. Fodder oats in the Himalaya. Experiences with oats (Avena sativa) at temperate and high elevations in Bhutan. In J. M. Suttie and S. G. Reynolds (Eds.) Fodder oats: a world overview. Plant Production and Protection, 33, 93–102.
  22. Harris, F. S. and Pittman, D. W., «Bulletin No. 167 – The Irrigation of Oats» (1919). UAES Bulletins.Paper 133.
  23. Hellewell, K.B., D.D. Stuthman, A.H. Markhart, III, and J.E. Erwin. 1996. Day and night temperature effects during grain filling in oat. Crop Sci. 36:624–628
  24. Hussain, A., S. Khan, D. Mohammad, M. B. Bhatti and M. U. Mufti. 1995. Yield and quality of fodder oat (Avena sativa) and barley (Hordeum vulgare) at various stages of harvesting. Indian Journal of Agricultural Science, 65:849-852.
  25. Jacobsen J., G. Jackson and C. Jones. 2005. Fertilizer Guidelines for Montana Crops. Montana State University.
  26. Jayanthi C., P. Malarvizhi, A.K. Fazullah Khan and C. Chinnusamy. 2002. Integrated nutrient management in forage oat (Avena sativa L.). Ind. J. Agron. 47:130-133.
  27. Klinck, H.R. & S.L., Sim, 1977. Influence of temperature and photoperiod on growth and yield components in oats (Avena sativa L.). Can. J. Bot. 55: 96–106
  28. Kumar D., Rakesh S., Gangaiah B..2006. Influence of seed size and seed rate on seed yield of forage oats (Avena sativa). The Indian Journal of Agricultural Sciences, Vol 76, No 3, pp. 154-156
  29. Kumar A., Sharma P.C., Batra L.. 2006.  Effect of alkali water irrigation and gypsum doses on yield and chemical composition of oat (Avena sativa) varieties in an alkali soil. Indian Journal of Agronomy, Vol. 51, Is. 1, pp 70-72
  30. Marino, M.A., Mazzanti, A., Assuero, S.G., Gastal, F., Echeverria, H.E., Andrade, F.. 2004. Nitrogen dilution curves and nitrogen use efficiency during winter-spring growth of annual ryegrass. Agron. J. 96, 601–607
  31. Marshall, G.C. and H.W. Ohm.. 1987. Yield responses of 16 winter wheat cultivars to row spacing and seeding rate. Agron. J., 79: 1027-1030.
  32. Marshall H. G., Kolb F. L., & Roth G. W.. 1987. Effects of nitrogen fertilizer rate, seeding rate, and row spacing on semidwarf and conventional height spring oat. Crop Sci., 27, 572-575.
  33. Martin, R.J., Sinton, S.M., Jamieson, P.D., Sonego, M. (1998) The effect of temperature on leaf appearance rate in drummond oats. Australian Agronomical Conference (IX), Proceedings, 534-544
  34. Martin R.J., Jamieson PD, Gillespie RN and Maley S (2001). Effect of timing and intensity of drought on the yield of Oats (Avena sativa L.). Proceedings 10th Australian Agronomy Conference, Hobart.
  35. Martin R.J., S.M. Sinton, P.D. Jamieson and M. Sônego. 1998. The effect of daylength on final leaf number in Drummond oats 1. Australian Agronomical Conference (IX), Proceedings
  36. Mask, P.L., Riessen, H.W., Ball, D., 1994. Production Guide for Oats. Alabama Cooperative Extension System.
  37. Mendez J.V..1996. Comparison of photoperiod-sensitive and photoperiod-insensitive oat genotype. Master of Science. McGill University
  38. Mohr, R. M., Grant, C. A., May, W. E. and Stevenson, F. C.. 2007. The influence of nitrogen, phosphorus and potash fertilizer application on oat yield and quality. Can. J. Soil Sci. 87: 459-468
  39. Ozturk M., Szaniawski R.K.. 1981. Root temperature stress and proline content in leaves and roots of two ecologically different plant species. Z Pflanzenphysiol 102: 375–377
  40. Peltonen-Sainio, P. and Järvinen, P. 1994. Effects of Seeding Rate on Growth Duration and Accumulation and Partitioning of Dry matter in Oats. Journal of Agronomy and Crop Science, 173: 145–159. 
  41. Pszczółkowska A, Fordoński G, Olszewski J, Kulik T, Konopka I. Productivity and seed health of husked oats (Avena sativaL.) grown under different soil moisture conditions. Acta Agrobotanica 2010; 63: 127-133.
  42. Saastamoinen M.. 1998. Effects of environmental factors of grain yield and quality of oats (Avena sativa L.) cultivated in Finland. Acta  Agric. Scand., Sect. B, Sol. And Plant Sci. 48, 129
  43. Shanahan J.F., M.A. Dillon. 1995. Oat Production. Colorado State University Cooperative Extension.
  44. Suttie J. M.. Undated. Avena sativa L.. Grassland Species. FAO (Food and Agriculture Organization). Available at:  http://www.fao.org]
  45. Talwar H.S., A. Kumari, A. Surwenshi3 and N. Seetharama. 2011. Sodium: potassium ratio in foliage as an indicator of tolerance to chloride-dominant soil salinity in oat (Avena sativa). Indian Journal of Agricultural Sciences 81
  46. Taylor , S..1991.  Dryland salinity introductory extension notes. Department of Conservation and Land Management, NSW.
  47. Van Lierop W., Tran T.S.1980. The comparative use of nitrate, ammonium and urea fertilizers by oats and wheat as determined by 15N techniques. Commun Soil Plant Anal 11:231–250
  48. Verma, O.P.S. and R.B.R. Yadava. 1986. Salt tolerance of some oat (Avena sativa L.) varieties at germination and seedling stage. J. Agron. Crop Sci., 156: 123-127
  49. Vilela H.; Moreira, H. A.; Veloso, J. A. F.; Pereira C. S.. 1970. Oats (Avena sativa L.) as winter forage: effect of fertilization and irrigation on savanna soil. Archivos da Escola de Veterinaria, Universidade Federal de Minas Gerais, Vol. 22 pp. 103-111
  50. Webb M.S., Uemura M., Steponkus P.L.. 1994. A comparison of freezing injury in oat and rye: two cereals at the extremes of freezing tolerances. Plant Physiology 104: 467–478.
  51. WenXing H., Tuo Y., HongYang S., LiNa S. 2008. PGPR bio-fertilizers producing and its effect on Avena sativa growth and quality development. Acta Pratac Sin 17:75–84
  52. Zaheri A. and S. Bahraminejad. 2012. Assessment of drought tolerance in oat (Avena sativa) genotypes. Annals of Biological Research, 3 (5):2194-2201

ΕΛΛΗΝΙΚΗ

53. Αυγουλάς Χ., Π. Ποδηματάς, Π. Παπαστυλιανού. 2001. Φυτά Μεγάλης Καλλιέργειας. Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων. Αθήνα. Σελ. 223-230.

54. Δαλιάνης Κ.. 1983. Χειμερινά Σιτηρά. Εκδόσεις Καραμπερόπουλος Α.Ε.. Αθήνα.

55. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΣΥΕ). 2006. Αροτραίες καλλιέργειες, κατά ομάδες πεδινών, ημιορεινών και ορεινών κοινοτήτων.

56. Σφήκας Α.Γ.. 1991. Ειδική Γεωργία-Σιτηρά, Ψυχανθή και Χορτοδοτικά Φυτά. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη.