Βίκος (Vicia sativa)

Αναγνωστόπουλος Δημήτριος, Γεωπόνος Παν. Θεσσαλίας, dvanagnosto@yahoo.gr

1.ΕΔΑΦΟΣ

Ο βίκος είναι φυτό  που προτιμά εδάφη που στραγγίζουν καλά, μέσης γονιμότητας με pH 6.0-7.0 (Παπακώστα-Τασοπουλου, 2005). Το φυτό δεν αντιδρά θετικά σε υψηλής γονιμότητας εδάφη αν προορισμός μας είναι η παραγωγή καρπού ενώ το αντίθετο συμβαίνει αν επιζητάμε απόδοση σε βιομάζα (Αυγουλάς και άλλοι, 2001).

Για παράδειγμα, ένα έδαφος υψηλής περιεκτικότητας σε χούμο παρουσιάζει μικρότερες αποδόσεις απ’ ότι σε κοκκινόχωμα (αργιλώδες έδαφος) (Assefaand  Ledin, 2001).  Επιπλέον, η καλλιέργεια είναι ιδιαίτερα αποδοτική σε φωσφορούχα και σε ασβεστούχα εδάφη. Κύριος ανασταλτικός παράγοντας όσον αφορά το έδαφος για το φυτό αποτελούν τα κακώς στραγγισμένα εδάφη (Βλαχοστέρχιος, 2012). Συγκεκριμένα, οι Hoveland and Donnelly (1966) σε πείραμα που πραγματοποίησαν παρατήρησαν ότι όσο περισσότερο χρονικό διάστημα το έδαφος είναι σε κατάσταση υδατικού κορεσμού τόσο χαμηλότερες παραγωγές παρουσιάζονται. Νεότερη έρευνα αναφέρει ότι πιθανή αλατότητα πάνω από 5 dS/m έχει ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι αποδόσεις του βίκου (Akhtarand  Hussain, 2009). Από την άλλη είναι το φυτό με την μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην οξύτητα από τα ψυχανθή (Αυγουλάς και άλλοι, 2001). Συμπερασματικά ωστόσο μπορεί να προσαρμοστεί  και να αναπτυχθεί σε ποικιλία εδαφών (Hilty, 2012 και Terekhina 2009).

Η εντατική εκμηχάνιση και η έντονη βιομηχανοποίηση έχουν ως αποτέλεσμα την συνεχή ρύπανση των εδαφών. Έτσι, θα ήταν ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά και τις απαιτήσεις του βίκου σε εδάφη με ρύπανση που στις μέρες αποτελούν όλο και πιο σύνηθες φαινόμενο.

Χαρακτηριστικά, έχουν γίνει έρευνες για την αξιοποίηση εδαφών ρυπασμένων με βενζόλιο με καλλιέργεια βίκου. Με την προσθήκη χώματος υψηλής περιεκτικότητας σε ιλύ ή την προσθήκη οργανικών λιπασμάτων (κομπόστ ή κοπριά) είναι εφικτή η καλλιέργεια του βίκου με  ικανοποιητικές αποδόσεις ξηρής βιομάζας ακόμα και σε  εδάφη με ρύπανση (Fernández-Luqueñ et al., 2011). Παρόμοια έρευνα έκαναν και οι AdamandDuncan (2003) και παρατήρησαν ότι σε εδάφη  με ρύπανση από πετρελαιοδή ο βίκος όχι μόνο κατάφερε να δημιουργήσει μεγαλύτερα φυμάτια αλλά και σε βάθος χρόνου να μειώσει την ρύπανση  των εδαφών. Παρόμοια δράση  φιλτραρίσματος του ψευδαργύρου σε ρυπασμένα εδάφη παρουσιάζει ο βίκος σύμφωνα με τους  Masuetal. (2007).  Σε έδαφος με ρύπανση από  sulfosulfuron (εντομοκτόνο που χρησιμοποιούταν στο σιτάρι) δεν έδειξε διαφορές σε αποδόσεις (J Prados et al. (2002). Προσοχή θέλει ωστόσο στην επιλογή του εδάφους με ρύπανση από υδράργυρο γιατί σύμφωνα με την νομοθεσία της Ε.Ε. τα βρώσιμα μέρη του βίκου (όπως και κάθε ζωοτροφής) δεν πρέπει να ξεπερνάνε συγκέντρωση Hg 0,01 mg/ kg. Ωστόσο, σύμφωνα με έρευνα των Siera et al. (2007) ο βίκος είναι εκλεκτικός στην προσρόφηση Hg με τον περισσότερο να συγκεντρώνεται στην ρίζα και όχι στα υπέργεια τμήματα του φυτού με συγκεντρώσεις πάντοτε κάτω του ορίου.

Έτσι, η καλλιέργεια του βίκου όχι μόνο είναι ευπροσάρμοστη εδαφικά αλλά μπορεί να προσφέρει αξιοποίηση   εδαφών με ρύπανση από βαρέα μέταλλα με σπουδαίο περιβαλλοντικό όφελος.

 

2.ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ

Ο βίκος είναι το ψυχανθές που από πλευρά κλιματολογικών παραμέτρων είναι το πιο ευπροσάρμοστο και αποδοτικό. Είναι φυτό  δροσερών περιοχών  με απαιτήσεις θερμοκρασιών στην βλάστηση 2-6 οC(άλλες αναφορές κάνουν λόγο και ως 15οC) με αντοχή νεαρών φυτών ως -5οC. Η ανάπτυξη των  φυτών είναι ιδανική σε θερμοκρασίες 18-20οCενώ η αντοχή των ώριμων φυτών είναι ως -10 οC (αναστολή ανάπτυξης) και στους -17 οC έχουμε πλήρη καταστροφή. Γενικότερα το άθροισμα θερμομονάδων  ως την άνθηση υπολογίζεται περί τους 600 με 900οCενώ ως την ωρίμανση του σπόρου 1200-1900οC (Αυγουλάς και άλλοι, 2001 and Terekhina , 2009).

Γενικότερα ωστόσο η αντοχή στο ψύχος μεταβάλλεται ανάλογα με την ποικιλία, την διάρκεια ψύχους, την υγρασία του εδάφους καθώς και το στάδιο ανάπτυξης του φυτού (Παπακώστα-Τασοπουλου, 2005 και Βλαχοστέργιος, 2007). Άρα στην χώρα μας κυρίως προτιμάται η φθινοπωρινή σπορά (15 Οκτωβρίου- 15 Νοεμβρίου) ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις στην Βόρεια Ελλάδα η ανοιξιάτικη.

Η ιδανική θερμοκρασία για δράση των φυματίων του βίκου είναι 35 οCενώ σε θερμοκρασία 2-10 οC η διεργασία είναι πολύ αργή (Dartand  Day, 1971).

Η θερμοκρασία ακόμη επηρεάζει και την τελική ποιότητα των προϊόντων με την συγκέντρωση πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (PUFA) (συστατικά ποιότητας). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε θερμοκρασία 18οCέχουμε τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις (Maoetal., 2012). Σε ψυχρές περιοχές με μέση θερμοκρασία περίπου 9οCη καλλιέργεια του βίκου είναι πιο αποδοτική και πιο ποιοτική άρα συμφέρουσα από αντίστοιχη καλλιέργεια τριφυλλιού για την παραγωγή ξηρής βιομάζας (VonBoberfeldetal., 2005). Τέλος, οι  Teasdaleetal. (2004) υπολόγισαν ότι η βιομάζα του φυτού αυξάνεται 41 g/ m2 κάθε 100 θερμομονάδες (βάση μονάδας με θερμοκρασίες άνω των 4 οC). 

3. ΥΓΡΑΣΙΑ

Ο βίκος είναι φυτό ιδιαίτερα απαιτητικό σε νερό (περίπου με 400 mm) Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα πρώτα στάδια ανάπτυξης αλλά και στο γέμισμα των σπόρων (Παπακώστα-Τασοπουλου, 2005). Συγκεκριμένα, στο διάστημα γεμίσματος του σπόρου (Μάιο με Ιούνιο) ο βίκος χρειάζεται 175-200 mm(Terekhina , 2009). Μάλιστα,  οPapastylianos (1995) μελέτησε την άρδευση του βίκου σε εύρος από 200 mm ως 500 mm και βρήκε μια γραμμική σχέση απόδοσης με άρδευση με συντελεστή συσχέτισης 0,61 (Εικόνα 1). 

Papastylianos

Εικόνα 1: Γραμμική συσχέτιση υγρασίας εδάφους και παραγωγής σε βιομάζα (Papastylianos, 1995).

Ωστόσο σε μικρότερα εύρη από 170-300mm ίσως δεν ισχύει η γραμμική σχέση καθώς σύμφωνα με τους Siddiqueetal. (2001) η αποδοτικότητα της χρήσης νερού σε απόδοση βιομάζας δεν αυξάνει με την αύξηση του νερού, χαρακτηριστικά τη μεγαλύτερη αποδοτικότητα την παρουσίασε δόση στα 178 nm. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο πείραμα οι περιοχές μελέτης των ετήσιων βροχοπτώσεων διέφεραν και έτσι μπορεί στην τελική απόδοση να αλληλεπιδρούν και οι παράγοντες θερμοκρασία και έδαφος περιοχής. Γενικότερα, όταν έχουμε ξηροθερμικές συνθήκες προτιμώνται ποικιλίες που ανθίζουν νωρίς και δένουν του καρπούς τους πριν την επίδραση έντονων θερμικών φαινομένων  (Παπακώστα-Τασοπουλου, 2005 andSiddiqueetal., 2001). Όσον αφορά τους τοπικούς πληθυσμούς ριζόβιων βακτηρίων η εδαφική υγρασία ίσως δεν σχετίζεται. Σε έρευνα των  Woomeretal. (1988) που μελέτησαν εύρη ετήσιας βροχόπτωσης από 322 mm ως 1875 mm σε 14 διαφορετικές περιοχές (άρα και διαφορετικές θερμοκρασίες και εδαφικές ιδιότητες) παρατήρησαν ότι οι πληθυσμοί των βακτηρίων ποικίλαν και δεν ακολουθούν κάποια συσχέτιση με την υγρασία.

Στην χώρα μας ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των βροχών συγκεντρώνεται τον χειμώνα και έτσι είναι αναγκαία η σωστή διαχείριση του νερού στην περίπτωση του βίκου. Πρώτον πρέπει να προσδιοριστεί η απόλυτη αξιοποίηση του νερού από το φυτό σε κάθε στάδιο για να γνωρίζουμε τα πιθανά αποθέματα σε νερό στο έδαφος, δεύτερον  η παροχή του νερού πρέπει να είναι μικρή γιατί έτσι η απορρόφηση του νερού είναι μεγαλύτερη από τις απώλειες λόγω εξάτμισης, τρίτον η επιλογή κατάλληλων ποικιλιών που αξιοποιούν περισσότερο διαθέσιμο νερό. Πρακτικά για  την διατήρηση της υγρασίας είναι απαραίτητος ο έλεγχος των ζιζανίων και η εφαρμογή κατεργασιών και υπολειμμάτων που θα μειώνουν την εξάτμιση και θα παρατείνουν την διατήρηση της υγρασίας του εδάφους ( Cooperetal., 1987). Οι σωστές εφαρμογές κατεργασίας εξοικονομούν 25-40% νερό στο έδαφος ενώ με κατάλληλη διαχείριση θρεπτικών έχουμε 15 με 25% εξοικονόμηση ( Hatfieldetal., 2001). Επιπλέον, έχουν δημιουργηθεί ποικιλίες που αντιδρούν διαφορετικά στην επίδραση της υγρασίας του εδάφους. Χαρακτηριστικά, σε μελέτη 16 ποικιλιών υπό την εφαρμογή ίδιου ύψους βροχής (381 mmκαι 341 mm) παρουσιάστηκε μεγάλο εύρος αποδόσεων από 2680 kg/ha ως 7533 kg/ha σε απόδοση ξηρής βιομάζας ενώ 424 kg/ha ως 1287 kg/ ha σε καρπό. ( Lloverasetal.,  2004).

 

4. ΜΗΚΟΣ ΗΜΕΡΑΣ

O βίκος είναι φυτό μεγάλης φωτοπεριόδου και για να παράγει ικανοποιητική απόδοση σε σπόρο χρειάζεται 16-18 ώρες ημερήσιες δόσεις φωτισμού. Συγκεκριμένα ένας συνδυασμός θερμοκρασίας 26,9 οC με 14,5 ώρες ημέρας συμβάλει την ωρίμανση στις 24,7 ημέρες (από την άνθηση) ενώ ένας συνδυασμός 17,8οC με 12,5 ώρες ημέρας καθυστερεί την ωρίμανση στις 52,7 ημέρες ( Keatingeetal. 1998).  Τέλος όσον αφορά την οριακή τιμή για πλήρης άνθηση του φυτού είναι 13,2 ώρες ημέρας ( Iannuccietal., 2008).

5. ΣΠΟΡΑ

Όπως προαναφέρθηκε για την Ελλάδα η προτιμότερη σπορά είναι η  φθινοπωρινή (15 Οκτωμβρίου-15 Νοεμβρίου) για τις περισσότερες περιοχές ανάλογα την περίοδο έλευσης των χειμερινών παγετών. Ωστόσο, είναι και μέρη που χαρακτηρίζονται από ισχυρούς χειμερινούς παγετούς και έτσι είναι προτιμότερη η ανοιξιάτικη σπορά (μέσα Φεβρουαρίου-τέλος Μαρτίου) (Παπακώστα-Τασοπούλου, 2005).

Η σπορά στον βίκο γίνεται είτε με προσαρμοσμένη ρύθμιση της σπαρτική σιτηρών είτε υπάρχει η δυνατότητα να γίνει και στα πεταχτά αλλά με μεγαλύτερες δοσολογίες σπόρου και με επιπλέον πέρασμα  με δισκοσβάρνα για κάλυψη του σπόρου. Τώρα όσον αφορά την δοσολογία του σπόρου υπάρχει αρκετά μεγάλη σύγχυση τόσο από πλευρά βιβλιογραφίας όσο και από του τι συμβαίνει στην πράξη από πλευρά παραγωγού. Οι διαφορές που διαμορφώνονται είναι κυρίως επειδή ποικίλει το βάρος των χιλίων σπόρων από ποικιλία σε ποικιλία αλλά και από την κατεύθυνση παραγωγής (χόρτο ή σπόρο). Ενδεικτικά αναφέρεται όσον αφορά το βάρος χιλίων σπόρων ότι κυμαίνεται από 16.000 ως 20.000 σπόροι ανά κιλό ( Frame, undated). Γενικότερα οι υψηλές δοσολογίες σπόρου ευνοούν περισσότερο την ανάπτυξη της βιομάζα παρά του σπόρου (MartinielloandCiolia,  1995). Ωστόσο, στην δοσολογία του σπόρου παίζει ρόλο και το ετήσιο ύψος βροχόπτωσης. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι με ένα ετήσιο ύψος βροχής που φτάνει τα 500 mm βρέθηκε ότι η ιδανική δοσολογία για παραγωγή ικανοποιητικού σπόρου είναι 17,5 kg/ στρέμμα (300 σπόροι/ m2) ενώ για παραγωγή βιομάζας 20,1 kg/στρέμμα (200 σπόροι/ m2) (AydogduandAcikgoz, 1994). Αντίθετα σε μια περιοχή με ύψος βροχής ως και 730 mm ικανοποιητικές αποδόσεις σπόρου και ξηρής βιομάζας παίρνουμε ακόμα και με 12 kg/στρέμμα (Yavuzetal.,2011). Έτσι παρόλο που η ελληνική βιβλιογραφία κάνει λόγο για ποσότητες 18 kg/στρ. για παραγωγή σανού και 16 kg/ στρ. για παραγωγή σπόρου (Ηλιάδης, 2004) εμείς θα αναφέρουμε ότι αυτές οι τιμές μπορεί να ανταποκρίνονται στα όρια αλλά πάντα η δοσολογία πρέπει να κρίνεται από τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής, το έδαφος, το βάρος του σπόρου αλλά και την φυτρωτική ικανότητα της ποικιλίας.

Όσον αφορά τις αποστάσεις σποράς αναφέρεται ότι σε πείραμα σύγκρισης αποστάσεων 17,5 cm και 35 cm μεταξύ των γραμμών, τα 17,5 cmπαρουσίασαν υψηλότερες αποδόσεις μη συμαντικές βέβαια (Yavuzetal., 2011 andAlbaryaketal., 2011 andMunzuretal., 1995). Για τις Ελληνικές συνθήκες προτείνονται αποστάσεις 20-25 cm. Το βάθος σποράς είναι 3-5 cm(Αυγουλάς και άλλοι, 2001).

Τέλος να αναφέρουμε ότι σε περίπτωση που θέλουμε να διατηρήσουμε σπόρους από την παραγωγή μας για σπορά την επόμενη καλλιεργητική περίοδο χρειάζονται διεργασία για να διακοπεί ο λήθαργος τους. Η απλή ξήρανση στον αέρα αυξάνει την βλαστικότητα τους ως 62%, ενώ μεταχειρίσεις όπως αποξήρανση στον αέρα και συντήρηση στους 5 οCαποδίδει σε αύξηση της βλαστικότητα ως και 99% σε σχέση με φρέσκους σπόρους που είναι σε διεργασία λήθαργου 100% (Samarahetal., 2006). 

6. ΛΙΠΑΝΣΗ

Ο βίκος δεν απαιτεί αζωτούχο λίπανση καθώς αζωτοδεσμεύει ικανοποιητικά ενώ αναφέρεται ότι στην χώρα μας δεν συνίσταται ούτε καλιούχος λίπανση παρά μόνο αν έχουμε πολύ φτωχά εδάφη (5 μονάδες) ( Παπακώστα-Τασοπουλου, 2005 και Αυγουλάς και άλλοι, 2001). Ωστόσο, το φυτό φαίνεται να αντιδρά θετικά στην προσθήκη P παρουσιάζοντας υψηλότερες αποδόσεις (Turkand  Tuwaha,2001 και GanadeandBrown, 1997).  Παρόλο αυτά, οι Papastylianouand  Danso (1991) αναφέρουν ότι συγκεκριμένη δοσολογία αζωτούχας λίπανσης  1,5 με 2 kg/ στρέμμα μπορεί να ανεβάσει κατακόρυφα  τους ρυθμούς αζωτοδέσμευσης ενώ σε μεγαλύτερες δοσολογίες όπως 6 και 10 kg ενδέχεται να παρατηρηθούν χαμηλές διεργασίες αζωτοδέσμευσης.  Ακόμη, οι   Gurmanietal. (2006) αναφέρουν ότι ένας συνδιασμός αζωτούχας λίπανσης 1,5 kg/ στρέμμα και φωσφορούχας 4 kg/ στρέμμα μπορεί να επιφέρει ιδιαίτερα ικανοποιητικές αποδόσεις ξηρής βιομάζας και σπόρου.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα  του  Yolcu (2011) που συγκρίνοντας οργανικά και μη λιπάσματα παρατήρησε ότι ο συμβατικός τρόπος εφαρμογής φωσφορούχας λίπανσης υπολείπεται σε απόδοση ξηρής βιομάζας σε σχέση με οργανικούς και άλλους τρόπους θρέψης. Ενδεικτικά εφαρμογές με ζεόλιθο, υγρή κοπριά και λεοναρδίτη μπορούν να παρουσιάσουν ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις (Πίνακας 1).

Πίνακας 1: Σύγκριση οργανικών και μη λιπασμάτων στην απόδοση ξηρή βιομάζας βίκου (H. Yolcu, 2011)

 

Εφαρμογή Απόδοση σε ξηρή βιομάζα (kg/ha)
2007 (ΕΤΟΣ) 2008 (ΕΤΟΣ)
Υγρή Κοπριά (10000L/ha) 1141 1829
Λεοναρδίτης (250 kg/ha) 1148 1821
Λεοναρδίτης (500kg/ha) 1209 1527
Λεοναρδίτης (750kg/ha) 817 1203
Ζεόλιθος (250 kg/ha) 1172 1451
Ζεόλιθος (500kg/ha) 766 1855
Ζεόλιθος (750kg/ha) 886 1164
Στερεή Κοπριά (10t/ha) 1244 942
Στερεή Κοπριά (20t/ha) 1603 1238
Στερεή Κοπριά (30t/ha) 1445 1094
Φωσφόρο ( 80-100 kg/ ha) 1246 952

 

Αντίστοιχη έρευνα έκανα οι Sidirasetal. (1999) και διαπίστωσαν ότι περισσότερη δράση των φυματίων πραγματοποιείται όταν έχουμε προσθήκη οργανικής ουσίας στο έδαφος παρά ανόργανο λίπασμα (Εικόνα 2)

 Sidiras

Εικόνα 2: Πορεία πληθυσμού φυματίων ανάλογα την λίπανση σε τρεις διαφορετικές κατεργασίες (NP, συμβατική λίπανση, Manure,οργανική ουσία, Control, Μάρτυρας) (Sidiras et al., 1999).

Συμπερασματικά, για να πραγματοποιηθεί ορθολογική λίπανση στην καλλιέργεια πρέπει να γίνονται εδαφολογικές αναλύσεις για να δούμε τα αποθέματα σε θρεπτικά στοιχεία εδάφους ενώ οφείλουμε να γνωρίζουμε και τις απώλειες θρεπτικών λόγω έκπλυσης και συγκομιδής μέσω αναλύσεων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι για τον φώσφορο ότι διατηρεί τα αποθέματα εδάφους καθώς δεν παρουσιάζει μεγάλες απώλειες λόγω έκπλυσης  σε περίπτωση που εφαρμόζεται λίπανση κάθε καλλιεργητική περίοδο άρα έτσι πρέπει ανάλογα να ρυθμίζουμε την δοσολογία (ανάλογα με τις απώλειες μέσω παραγωγής) (Holsheretal., 1997). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους Caballeroetal (1996a)  την στιγμή που ο βίκος παρουσιάζει την υψηλότερη απόδοση σε ξηρή βιομάζα έχει μια περιεκτικότητα σε P 2,3 g/ kg ξηρής ουσίας άρα απομακρύνονται από το χωράφι 1,4 kgP/ στρ. (για απόδοση 606 kg/στρ.) Αν σκοπός μας είναι η παραγωγή σπόρου αντίστοιχα στο μέγιστο σημείο απόδοσης απομακρύνονται ποσότητες P περίπου 3,9 g/ kg ξηρής ουσίας άρα περίπου 0,9 kgP/ στρ. (για απόδοση 243 kg/ στρ.) στην περίπτωση των Caballeroetal (1996a). Έτσι στην προκειμένη περίπτωση αν δεν γνωρίζαμε καν τα αποθέματα στο έδαφος θα προσθέταμε την επόμενη χρονιά μόλις 1,4 και 0,9 kgP/ στρέμμα.

Πίνακας 2: Διακύμανση απόδοσης χορτομάζας ανάλογα το γέμισμα του σπόρου και περιεκτικότητα σε P στην ξηρά ουσία (Caballeroetal., 1996a)..

Γέμισμα σπόρου (gr/kg) Απόδοση Χορτομάζας(kg/στρ.) Περιεκτικότητα σε P (gr/ kg ξηρής ουσίας)
Πλήρης άνθηση 326 3,4
250-300 520 2,8
450-550 606 2,3
>800 477 3,1

Πίνακας 3: Διακύμανση απόδοσης σπόρου ανάλογα το γέμισμα του σπόρου και περιεκτικότητα σε P στον σπόρο (Caballeroetal., 1996a)..

Γέμισμα σπόρου (gr/kg) Απόδοση σπόρου (kg/στρ.) Περιεκτικότητα σε P(gr/kg σπόρου)
Πλήρης άνθηση
250-300 95 5,2
450-550 243 3,9
>800 208 4,8

7. ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Παραγωγή  χόρτου

Στην περίπτωση της συγκομιδής χόρτου πρέπει να γνωρίζουμε ότι το υψηλότερης ποιότητας σανό τον έχουμε κατά την διάρκεια της άνοιξης όταν τα φυτά είναι σε πλήρη άνθηση (Cabaleroetal., 1996b). Όσο προχωράει το διάστημα ωρίμανσης τόσο μειώνεται η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη. Ωστόσο νεότερη έρευνα των Alzuetaetal. (2012) βρήκε ένα μικρό κλάσμα της πρωτεΐνης που αυξάνεται καθώς ωριμάζει τα φυτό αλλά αποτελείται από στοιχεία που αφομοιώνονται με πολύ αργό ρυθμό και έτσι είναι δύσπεπτα για τα ζώα. Αν αντίθετα χρειαζόμαστε υψηλή απόδοση σε βιομάζα παρατείνουμε το διάστημα συγκομιδής. Καθώς περνάει ο καιρός αυξάνεται ως ένα σημείο η απόδοση σε βιομάζα. Οι Cabaleroetal. (1996b) συσχέτισαν αυτό το σημείο σε σχέση με το γέμισμα των σπόρων (g/ kg) και αντιστοιχεί σε 450 με 550 g/ kg ενώ ημερολογιακά αντιστοιχεί σε 30 περίπου ημέρες από την άνθηση (Πίνακας 4). Σε αντίστοιχη έρευνα συσχέτισης γεμίσματος σπόρου και απόδοσης σε βιομάζα βρέθηκε ότι στο 28% του γεμίσματος του σπόρου παρουσιάζονται καλύτερες αποδόσεις (604 kg/ στρ.) από ότι στο 38% (Reboleetal., 2004).

 Φαινοτυπικά και πρακτικά  σύμφωνα με τον Ποδηματά (1984) όταν οι περισσότεροι λοβοί έχουν αποκτήσει τα 2/3 του φυσικού μεγέθους τους τότε έχουμε την ιδανικότερη σχέση απόδοσης και ποιότητας σανού.  Αυτό στις Ελληνικές συνθήκες αντιστοιχεί στις πρώτες 15 ημέρες του Μαΐου. Ωστόσο, η συγκομιδή πρέπει να ακολουθείται και από διάστημα που δεν έχουμε βροχές για να γίνει η αποξήρανση του χόρτου.

Πίνακας 4: Διακύμανση απόδοσης χαρτομάζας και πρωτεΐνης ανάλογα το γέμισμα του σπόρου και ημερολογιακά σε σχέση με την στιγμή πλήρους άνθησης (Caballeroetal., 1996b).

Γέμισμα σπόρου (gr/kg) Χρονικό διάστημα Απόδοση Χορτομάζας(kg/στρ.) Πρωτεΐνη(%)
Πλήρης άνθηση 0 326 25,2
250-300 17 ημέρες 520 18,9
450-550 30 ημέρες 606 17,4
>800 >40 ημέρες 477 16,9

 

Παραγωγή σπόρου

Η ωρίμανση των λοβών του βίκου γίνεται από κάτω προς τα πάνω. Δεν προτείνεται να περιμένουμε να ωριμάσουν ως τα επάνω σημεία οι σπόροι διότι διαφορετικά ίσως έχουμε τίναγμα στους κατώτερους άρα απώλειες. Χαρακτηριστικό ωρίμανσης και συγκομιδής είναι η αχυρένια εμφάνιση του λοβού ( Παπακώστα- Τατσοπούλου, 2005). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Uzun(2011) όταν οι λοβοί έχουν κίτρινο χρωματισμό έχουν το υψηλότερο υγρό βάρος σπόρου ενώ όταν είναι καφέ το υψηλότερο ξηρό βάρος σπόρου. Αντίστοιχη συσχέτιση όπως και για την βιομάζα έτσι και για την παραγωγή σπόρου έχουν κάνει οι Cabaleroetal. (1996b)  με την απόδοση σε σπόρο σε σχέση με το γέμισμα τους με το ιδανικότερο  να είναι 45-55% γέμισμα ενώ ημερολογιακά αντιστοιχεί σε 30 ημέρες από την σπορά (Πίνακας 5). Σε εκείνη την φάση το φυτό θα μας δώσει τις μέγιστες αποδόσεις αλλά θα παρουσιάζει και σχετικά χαμηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη άρα θα είναι και χαμηλότερης ποιότητας.

Πίνακας 5: Διακύμανση απόδοσης σπόρου και πρωτεΐνης ανάλογα το γέμισμα του σπόρου και ημερολογιακά σε σχέση με την στιγμή πλήρους άνθησης (Caballeroetal., 1996b).

Γέμισμα σπόρου (gr/kg) Χρονικό διάστημα Απόδοση σπόρου (kg/στρ.) Πρωτεΐνη(%)
Πλήρης άνθηση 0
250-300 17 ημέρες 95 33
450-550 30 ημέρες 243 27
>800 >40 ημέρες 208 29

 

 

Τρόπος Συγκομιδής

Αν ο προορισμός του βίκου είναι η παραγωγή σπόρου τότε πραγματοποιείται με κοινές θεριζοαλωνιστικές μηχανές αφού ρυθμιστούν τα  μαχαίρια (βικομάχαιρο) και τοποθετηθούν τα κατάλληλα κόσκινα στην μηχανή (KEΣΠΥ, undated). Άλλη μια μέθοδος είναι να κόβεται το φυτό με χορτοκοπτική μηχανή, έπειτα να αφήνεται στο έδαφος να ξεραθεί και τέλος να αλωνίζεται. Ωστόσο αυτή η μέθοδος έχει απώλειες λόγω της παραμονής του φυτού στο έδαφος (Αυγουλάς και άλλοι, 2001)      Αν θέλουμε την παραγωγή βιομάζας, κόβουμε με χορτοκοπτικό την καλλιέργεια, την αφήνουμε κατά γραμμές στο έδαφος ως να ξεραθεί και έπειτα με χορτοδετικό την κάνουμε δέματα (μπάλες). Ακόμη, αν επιθυμούμε ενσίρωμα τότε η βιομάζα κόβεται σε μικρότερα κομμάτια με ειδικό μηχάνημα και μεταφέρεται απευθείας στην μονάδα ενσίρωσης. Αν όμως οι συνθήκες υγρασίας είναι υψηλές τότε αφήνουμε και σ’ αυτή την περίπτωση την βιομάζα να χάσει  μέρος της υγρασίας της και έπειτα μεταφέρεται στον χώρο επεξεργασίας (Παπακώστα- Τατσοπούλου, 2005). Στο σημείο αυτό να πούμε ότι υπάρχουν μηχανήματα που ονομάζονται σιλοκοπτικά και έχουν την δυνατότητα να κόβουν σε μικρά κομμάτια (2-25 cm) το χόρτο (Γέμτος και άλλοι, 2001) και μπορούν χρησιμοποιηθούν πριν περάσει στην διαδικασία ενσίρωσης η βιομάζα.

8.ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ

             

Αποδόσεις Βιομάζας Βίκου

Παρόλο που στην Ελληνική βιβλιογραφία αναφέρονται αποδόσεις 500 kg/ στρ. που με την επιλογή σωστής ποικιλίας μπορεί να φτάσει ως και τα 1000 kg/ στρ. (Ποδηματάς 1984), η μέση στρεμματική απόδοση της χώρας είναι μόλις 382 kg/ στρ. σύμφωνα με την ΕΣΥΕ (2006) και 357 για το διάστημα 2001-2005 (Υπ.Α.Α.Τ, 2007).

Αντίστοιχα, σε αξιολόγηση 16 ποικιλιών σε μεσογειακές συνθήκες εκτιμήθηκε μια δυναμική 547 kg/ στρ, με εύρος αποδόσεων από 308 kg/ στρ. ως 753 kg/ στρ. ( Lloveras, 2004).

Αποδόσεις σε σπόρο

Σε πειράματα αποδόσεων στην Ελλάδα ο Ποδηματάς (1984) αναφέρει μια δυναμική σε απόδοση σπόρου 150-220 kg/ στρ..Στην πράξη στην Ελλάδα σύμφωνα με στοιχεία του ΕΣΥΕ (2006) στην χώρα η στρεμματική απόδοση είναι 188 κιλά. Εντύπωση ωστόσο προκαλεί το γεγονός ότι η πηγή του Υπ.Α.ΑΤ. (2007) αναφέρει ότι υπήρχε παραγωγή ιδιαίτερα υψηλή 247 kg/ στρ. για το διάστημα 2001-2005. Το νούμερο αυτό είναι αρκετά ουτοπικό μάλλον καθώς η δυναμική των ποικιλιών που κυκλοφορούν στην αγορά της χώρας κυμαίνονται από 130 ως 250 kg/ στρ. (Βλαχοστέργιος  2012 και Ηλιάδης, 2007).

Αντίστοιχα, ο Lloveras (2004) σε αξιολόγηση 16 ποικιλιών στην Μεσόγειο βρήκε δυναμική μόλις 90 kg/ στρ με εύρος από 52 ως 128 kg/ στρ. ενώ ο Terekhina  (2009) αναφέρει αποδόσεις από 110 ως 280 kg/στρ.

             

9.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΞΕΝΗ

  1. Adam G. and H.Duncan. 2003. The effect of diesel fuel on common vetch (Vicia sativa L.) plants. Environ Geochem Health. Volume 25, Issue 1 , Pages 123-130
  2. Albayrak S., M. Turk, O. Yuksel. 2011. Effect of Row Spacing and Seeding Rate on Hungarian Vetch Yield and Quality. Turkish Journal of Field Crops. Volume 16. Issue 1. Pages 53-58
  3. Akhtar P., Hussain F. 2009. Growth performance of  Vicia sativa L. under saline conditions. Pak. J. Bot. 41: 3075-3080
  4. Alonso-Prados J. L., Hernández-Sevillano E., Llanos S., Villarroya M., Garcı́a-Baudı́n J. M.. 2002 . Effects of sulfosulfuron soil residues on barley (Hordeum vulgare), sunflower (Helianthus annuus) and common vetch (vicia sativa). Crop Protection. Volume 21, Issue 10 , Page 1061
  5. Alzueta C., R. Caballero, A. Rebole, J. Trevinο  and A. Gill. 2001. Crude protein fractions in common vetch (Vicia sativa L.) fresh forage during pod filling. Journal of Animal Science.Volume 79. Pages 2449-2455
  6. Assefa G., I. Ledin. 2001. Effect of variety, soil type and fertiliser on the establishment, growth, forage yield, quality and voluntary intake by cattle of oats and vetches cultivated in pure stands and mixture. Animal Feed Science and Technology. Volume 92, Issue 1 , Pages 95-111
  7. Aydogdu L., Acikgoz, E. 1995. Effect of seeding rate on seed and hay yield in common vetch (Vicia sativa L.). Journal of Agronomy and Crop Science.Volume 174,  Pages 181-187.
  8. Caballero R., Arauzo M., Hernaiz, P.J.. 1996a. Accumulation and redistribution of mineral elements in common vetch during pod filling. Agronomy Journal. Volume 88,Issue 5, Pages 801-805
  9. Caballero R., Barro C., Rebolé A., Arauzo M., 1996b. Yield components and forage quality of common vetch during pod filling. Agronomy Journal. Volume 88,Issue 5, Pages797-800
  10. Cooper P. J. M., P. J. Gregory, D. Tully and H. C. Harris. 1987. Improving Water use Efficiency of Annual Crops in the Rainfed Farming Systems of West Asia and North Africa. Experimental Agriculture, Volume 23, Issue 02 , pp 113-158
  11. Dart P. J., J. M. Day. 1971. Effects of incubation temperature and oxygen tension on nitrogenase activity of legume root nodule.  Plant and Soil. Volume35, Issue 1, Pages 167-184
  12. Fernández-Luqueño F., L. Corlay-Chee, E. Robledo-Santoyo, J. Pineda-Pineda, A.Vázquez-Alarcón, L. A. Miranda-Romero, G. Cabrera-Lazaro, J. Méndez-Bautista, F. López-Valdez, L. Dendoove.2011. Growth and development of common vetch (Vicia sativa L.) in a gasoline-polluted soil amended with organic or inorganic amendments. African Journal of Agricultural Research. Volume 7, Issue 8 , Pages 1259-1267.
  13. Frame J. Undated. Vicia sativa. Grassland Species. FAO (Food and Agriculture Organization). Available at:  http://www.fao.org
  14. Ganade and V.K. Brown.  1997. Effects of below-ground insects, mycorrhizal fungi and soil fertility on the establishment of Vicia in grassland communities. Oecologia. Volume 109, Pages 374-381.
  15. Gurmani Z.A, M. Qamar S. Shafiq and M.S. Zahid. 2006. Effect of phosphorus fertilizer application on fodder and grain yield of vetch under rainfed conditions of Pothwar region Pak. J., Agri. Sci.. Volume 43, Issue 1-2, Pages 17-20.
  16. Hatfield J.L. , Sauer T.J. , Prueger J.H. 2001. Managing soils to achieve greater water use efficiency: a review. Agronomy journal.Volume 93, Issue 2. Pages 271-280.
  17. Holscher D. , Moller R.F.,Denich M., Folster  H..1997. Nutrient input-output budget of shifting agriculture in Eastern Amazonia. Nutrient Cycling in Agroecosystems, Volume 47, Pages 49-57
  18. Hoveland CS, Donnelly ED (1966) Response of Vicia genotypes to flooding. Agron J 58, 342-345.
  19. Iannucci A., M.R. Terribile, P. Martiniello. 2008. Effects of temperature and photoperiod on flowering time of forage legumes in a Mediterranean environment. Field Crops Research. Volume 108, Pages 156–162
  20. Keatinge J.D.H., Aiming Qi, T.R. Wheeler, R.H. Ellis, R.J. Summerfield. 1998. Effects of temperature and photoperiod on phenology as a guide to the selection of annual legume cover and green manure crops for hillside farming systems. Field Crops Research .Volume 57. Pages 139–152
  21. Lloveras J., P. Santiveri, A. Vendrell, D. Torrrent and A. Ballesta. 2004.  Varieties of vetch (Vicia sativa L.) for forage and grain production in Mediterranean areas. Rangeland and pasture rehabilitation in Mediterranean areas, Ferchichi, Zaragoza (Spain): CIHEAM-Institut Agronomique Méditerranéen. Volume 62, Pages 103-106
  22. Mao Z., H. Fu, C. Wan. 2012. Effect of temperature on fatty acid content in Vicia sativa. Journal für Verbraucherschutz und Lebensmittelsicherheit. Volume 7, Issue 2, pp 133-135
  23. Martiniello P. and A. Ciolia,  1995. Dry Matter and Seed Yield of Mediterranean Annual Legume Species. Agronomy Journal. Volume 87, Issue 5, Pages 985-993
  24. Masu S., B. Lixandru, C. Bogatu. 2007. Zinc extraction from polluted soils by  using zeolite and Vicia Sativa plant”, Proceedings  of the 3rd International Conference Lyfe Cycle Management. Swiss federal  Institute of Technology. Zurich, Swiss. pp. 111
  25. Munzur M, H. Kabakcy, A. Tan. 1995.  Effects of Different Row Spacing and Seeding Density on Hay and Grain Yields of Hungarian Vetch under Rainfed Conditions of Central Anatolia. Reunion du Groupe de Travail Mediterraneen du Reseau Interregional FAO/CIHEAM de Recherche et Developpement sur les Paturages et les Cultures Fourrageres, Avignon (France), 29 May – 2 Jun 1995. Volume 12. Pages 1022-1379
  26.  Opitz von Boberfeld W., E. Beckmann, H. Laser. 2006. Forage characteristics of Vicia sativa L. and Trifolium resupinatum L. in catch crop systems under Central European conditions. Plant Soil Environ., Volume 51, Issue 3, Pages 131-136
  27. Papastylianou I.. 1995. Effect of rainfall and temperature on yield of Vicia sativa under rainfed Mediterranean conditions. Crass and Forage Science .Volume 50, Pages 456-460
  28. Papastylianou and S.K.A Danso. 1991. Nitrogen fixation and transfer in vetch and vetch-oats mixtures. Soil Biology and Biochemistry. Volume 23, Issue 5, 1991, Pages 447–452
  29. Rebolé A., C. Alzueta, L. T. Ortiz, C. Barro1,M. L. Rodríguez and R. Caballero. 2004. Yields and chemical composition of different parts of the common vetch at flowering and at two seed filling stages. Spanish Journal of Agricultural Research. Volume 2, Issue 2, Pages 550-557
  30. Samarah N. H., Allataifeh N., Turk M. and Tawaha A. R. 2003. Effect of maturity stage on germination and dormancy of fresh and air-dried seeds of common vetch (Vicia sativa L.).New Zealand Journal of Agricultural Research. Volume 46, Pages 347-354.
  31. Siddique K.H.M., Regan K.L., Tennant  D. and Thomson B.D., (2001). Water use and water use efficiency of cool season grain legumes in low rainfall Mediterranean – type environments. European Journal of Agronomy.Volume 1 267-280.
  32. Sidiras N., Augoulas C., Bilalis D. and N. Tsougrianis. 1999. “Effects of tillage and fertilization on biomass, roots, N-accumulation and nodule bacteria of vetch (Vicia sativa cv. Alexander)”. Journal of Agronomy & Crop Science. Volume 182, Pages 209-216.
  33. Sierra M.J., Millan R, Esteban E, Cardona AI, Schmid T (2008) Evaluation of mercury uptake and distribution in Vicia sativa L. applying two different study scales: Greenhouse conditions and lysimeter experiments. J of Geochemical Exploration. Volume 96, Issue 2, Pages 203-209
  34. Teasdale, J. R., Devine, T. E., Mosjidis, J. A., Bellinder, R. R., and Beste, C. E. 2004. Growth and development of hairy vetch cultivars in the Northeastern United States as influenced by planting and harvesting date. Agron. J. Volume 96, Issue 5. Pages 1226-1271
  35. Terekhina N.V. 2009. Vicia sativa L. – Common vetch, fodder vetch. Interactive Agricultural Ecological Atlas of Russia and Neighboring Countries. Economic Plants and their Diseases, Pests and Weeds[Online]. Available at: http://www.agroatlas.ru.
  36. Turk M.A. and A. M. Tawaha 2001. Common vetch (Vicia sativa L.) productivity as influenced by rate and method of phosphate fertilization in a Mediterranean environment. Agricultura Mediterranea. Volume 131. Pages 108-111
  37. Journal of Food, Agriculture & Environment Volume 9, Issue 3&4, Pages 189-192
  38. Environ. Microbiol. Volume 54, Issue 5. Page 1112.
  39. Journal of Food, Agriculture & Environment Volume 9, Issue 1, Pages 369 – 371.
  40. Αυγουλάς Χ., Π. Ποδηματάς, Π. Παπαστυλιανού. 2001. Φυτά Μεγάλης Καλλιέργειας. Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων. Αθήνα. Σελ. 223-230.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  1. Βλαχοστέργιος Δ.. 2012. Η καλλιέργεια του βίκου. Γεωργία και Κτηνοτροφία. Αγρότυπος ΑΕ..Τέυχος 8/2012., Σελ. 67-69.
  2. Γέμτος Θ., Μπουραζάνης Γ., Φουντάς Σπ.. Εκμηχάνιση Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων. Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων. Σελ. 249
  3. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΣΥΕ). 2006. Αροτραίες καλλιέργειες, κατά ομάδες πεδινών, ημιορεινών και ορεινών κοινοτήτων.
  4. Ηλιάδης Κ. 2004. Η έρευνα στα κτηνοτροφικά φυτά και όσπρια στην Ελλάδα. Ποικιλίες, Σποροπαραγωγή. Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας. Σελ. 26
  5. Ηλιάδης Κ.. 2007. Εγγραφή νέων ποικιλιών βίκου, φακής και ρεβιθιού στον  “Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών’’. Τεύχος 30. Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας. Σελ. 18-19.
  6. KΕΣΠΥ (ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΣΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ). Στοιχεία για Φυτά. Availableat: http://www.kespy.gr
  7. Παπακώστα-Τασοπούλου Δ.. 2005. Ψυχανθή (Καρποδοτικά- Χορτοδοτικά). Σύγχρονη Παιδεία Εκδόσεις. Θεσσαλονίκη. Σελ. 61-70.
  8. Ποδηματάς Κ.Ι., 1984. Ο βίκος. Υπουργείο Γεωργίας, Ινστιτούτο Κτηνοτροφικών Φυτών και Βοσκών, Λάρισα. Έντυπο, σελ. 11.
  9. Υπουργείο  Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. 2007. Προοπτικές Ανάπτυξης Τομέα Οσπρίων & Κτηνοτροφικών Φυτών (Με βάση προτάσεις & συμπεράσματα Περιφερειακών μελετών νέας ΚΑΠ). Γραφείο Γενικού Γραμματέα κ. Κώστα Σκιαδά.